Δήμος Κόνιτσας |  CultuRAl MultimeDia E-guide – CRADLE |

elΕλληνικάenEnglish
Tο έργο
Πυρσόγιαννη 0 5 0 0

Πυρσόγιαννη

  • 178 Προβολές

Video

Η Πυρσόγιαννη είναι κτισμένη σε υψόμετρο 860 μέτρων στις πλαγιές του όρους Στενό (1900μ) της οροσειράς του Γράμμου λίγο ψηλότερα από το σημείο όπου ο Γοργοπόταμος ενώνεται με τον Σαραντάπορο και απέχει 27 χιλιόμετρα από την Κόνιτσα. Έως την τελευταία διοικητική διαίρεση αποτελούσε έδρα του πρώην Δήμου Μαστοροχωρίων. Σε μικρή απόσταση από την επαρχιακή οδό Ιωαννίνων –Καστοριάς αποτελούσε ένα από τα κεφαλοχώρια της περιοχής. Στις μέρες μας, η διάνοιξη των κεντρικών οδικών αρτηριών και ιδιαίτερα της Εγνατίας Οδού μείωσε τον αριθμό των επισκεπτών στα Μαστοροχώρια και την Πυρσογιαννη, η οποία ωστόσο διατηρεί στοιχεία της αίγλης του παρελθόντος που καθρεφτίζονται στα μνημεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, στα λιθόστρωτα καλντερίμια που οδηγούν στις γειτονιές με τα πετρόχτιστα αρχοντικά και τις επιδέξια πελεκημένες εκκλησίες , όλα έργα των ντόπιων μαστόρων.

Ιστορία
Οι απαρχές της δημιουργίας του οικισμού χάνονται στο θρύλο. Η παράδοση θέλει το χωριό να προκύπτει από την συνένωση διάσπαρτων οικισμών(μαχαλάδων) οι οποίοι εντοπίζονται στις θέσεις Ζιέλιβος, Παναγία, Χαλκιάδες και Άγιοι Απόστολοι. Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορεί το γεγονός ότι ακόμη και στις μέρες μας εντοπίζονται στα σημεία αυτά κατάλοιπα σπιτιών και αναβαθμίδων στα χωράφια δείγματα πρότερης κατοίκησης του χώρου. Αν ληφθεί υπόψη ότι η πρώτη παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Πυρσόγιαννη είχε κτιστεί το 1712 και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου ανακαινίστηκε το 1772 , μπορεί βάσιμα να υποστηριχτεί ότι η σημερινή Πυρσόγιαννη κατοικούνταν και πριν το 1600-1650 . Ωστόσο δεν υπάρχουν σαφείς και τεκμηριωμένες πηγές που να καταδεικνύουν το γεγονός της παρουσίας οργανωμένου οικισμού πριν το 1600. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές σχετικά με την Πυρσόγιαννη εντοπίζονται σε μια λειψανοθήκη από την μονή Ζέρμας με χρονολογία 1780 όπου γίνεται αναφορά στον ιερομόναχο Παρθένιο εκ κώμης Πρησόγιαννης. Οι κάτοικοι της Πυρσόγιαννης θα ασχοληθούν αρχικά με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Σταδιακά ωστόσο «η αναζήτηση συμπληρωματικών πόρων θα οδηγήσει στην συνακόλουθη στροφή στις τεχνικές δραστηριότητες. Έτσι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού εξειδικεύεται στις οικοδομικές τέχνες και διαμορφώνει μια νέα κατάσταση» Οι μαστόροι της πέτρας σύντομα ωστόσο θα αναζητήσουν τόπους εργασίας έξω από τα στενά όρια της κοινότητας. Έτσι προκύπτει με το χρόνο η διάκριση ανάμεσα στους μόνιμους κάτοικους του χωριού , στους «μπακατίσιους» και τους ταξιδεμένους. Θα ταξιδέψουν σε όλη την ελληνική επικράτεια και την Βαλκανική και θα φτάσουν μέχρι τα σύνορα του Αφγανιστάν, Περσία, Ιράκ, παραλιακή Τουρκία, Αίγυπτο, Αιθιοπία, Σουδάν, Ταγκανίκα, Κογκό και Αμερική. Από το 1880-1890 οι Πυρσογιαννίτες θα αρχίσουν να κινούνται και προς την Δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο ιδίως με την κατασκευή των σιδηροδρόμων επί Χαριλάου Τρικούπη έως το 1910.

Πολιτισμός
Η Πυρσόγιαννη ή Προσόγιαννη όπως είναι γνωστή στην τοπική διάλεκτο, είναι ένα χωριό κατεξοχήν συνδεδεμένο με την τέχνη των μαστόρων της πέτρας. Τέτοια ήταν η επιδεξιότητα τους που ο θρύλος θέλει τους Πυρσογιαννίτες να ερίζουν με τους γείτονες τους στην Βούρμπιανη για τα πρωτεία της ανοικοδόμησης του κόσμου. Από την Πυρσόγιαννη καταγόταν και ο ξακουστός μάστορας Ζιώγας Φρόντζος που έχτισε το γεφύρι της Κάτω Κόνιτσας κατά το χρονικά διάστημα 1870-71. Ο Ζιώγα Φρόντζος πραγματοποίησε το έργο αυτό με τη βοήθεια συνεργείου που αριθμούσε περίπου 80 άτομα ενώ η συνολική δαπάνη για την κατασκευή του γεφυριού έφθασε το ποσό των 120.000 γροσιών. Οι μηχανικοί που ήλθαν να ελέγξουν την στατικότητα του γεφυριού εξέφρασαν την απορία για την αρτιότητα του έργου και ζήτησαν από τον αρχιμάστορα πληροφορίες σχετικά με την κατάρτιση του για να λάβουν την απάντηση «Σπούδασα στο πολυτεχνείο της Κράπας στην Πυρσόγιαννη» στο μέρος δηλαδή όπου τα μαστορόπουλα μυούνταν στα μυστικά της τέχνης δουλεύοντας την πέτρα του τόπου τους. Η αξιοσύνη του ήταν τέτοια ώστε μέσα στην ιδιαίτερη πατρίδα του ειπωμένος έφθασε ως τις μέρες μας ο λόγος : «Το είπε ο Ζιώγα-Φρόντζος, το είπε ο Θεός»
Στην διάρκεια της αποδημίας τους που κρατούσε για μήνες ολόκληρους οι μαστόροι ταξίδευαν οργανωμένοι σε ομάδες (μπουλούκια) που διακρίνονταν για την αυστηρή ιεραρχία τους. Στην κορυφή και επικεφαλής του μπουλουκιού βρισκόταν ο πρωτομάστορας ο οποίος όφειλε να συγκεντρώνει συγκεκριμένες ικανότητες και δεξιότητες προκειμένου να είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στο δύσκολο έργο του. Το υπόλοιπο συνεργείο αποτελούταν από δυο πελεκάνους (τεχνίτες της πέτρας) , δυο μαστόρους για το εσωτερικό και δυο για το εξωτερικό χτίσιμο, δυο νταμαρτζήδες που βοηθούσαν στην εξόρυξη της πέτρας, δυο καλφάδες (μαθητευόμενους μαστόρους) και δυο τσιράκια ή λασποπαίδια που αναλάμβαναν τις βοηθητικές δουλειές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει ωστόσο και η συνθηματική γλώσσα την οποία χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους για να μην γίνονται αντιληπτοί από τους εργοδότες τους, τα λεγόμενα κουδαρίτικα ή μαστόρικα.

Αρχιτεκτονική
Περπατώντας κανείς στην Πυρσόγιαννη βλέπει ένα αρμονικό σύνολο από λιθόστρωτα, πέτρινες βρύσες , εξώπορτες με σχιστόπλακα , ξυλοδεσιές, καμαρολίθια και υπέρθυρα, σπίτια παλιά «που απηχούν της λαϊκής αρχιτεκτονικής την απαστράπτουσαν αίγλην και φέρουν την σφραγίδα των ιδιοφυών αυτών πρωτομαστόρων» (Οδηγός Δήμου 196) Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν οι δυο κεντρικές εκκλησίες , εκείνη του Αγίου Νικολάου και εκείνη του Αγίου Γεωργίου καθώς επίσης και το κτίριο του Σχολείου ενώ εξίσου αρκετά είναι και τα κτίρια εκείνα που συναντά διάσπαρτα στον οικισμό και τα οποία απηχούν την επιμελημένη τεχνική και το μεράκι των παλαιών μαστόρων οι οποίοι σύμφωνα με τις μαρτυρίες : «Όσο πιο αργά δούλευαν , τόσο πιο καλοί μαστόροι ήταν. Τραγουδούσαν και σφύριζαν στο πελέκημα για να ξεχνιούνται και να μην βιάζονται. Γλεντούσαν την αργάδα τους. Όλη τους η τέχνη ήταν μια λέξη: αργά.» Η τέχνη και η λεπτομέρεια δεν έλειπαν ούτε από το εσωτερικό των σπιτιών όπως μαρτυρούν τα λεπτοδουλεμένα τζάκια με τις περίτεχνες λεπτομέρειες σκαλισμένες υπομονετικά και με μεράκι στην επιφάνεια τους. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ένας παλιός μάστορας «Για τήρα μια πέτρα έναν όγκο και σκέψου πως θα γίνει πρέκι για τζάκι γεμάτο λουλούδια και πουλιά. Ήθελε μεράκι και πολύ υπομονή για να γεννηθούν εκείνα τα καμαρωτά , οι κλάρες με τα φύλλα και τα σταφύλια, τα φεγγάρια και οι μπακλαβάδες» Η τέχνη αυτή ωστόσο θα αρχίσει σταδιακά να παρακμάζει από το 1935 και ύστερα οπότε και με την είσοδο των νέων οικοδομικών υλικών (μπετόν) , θα καταλυθεί η ιεραρχία και η τάξη του μπουλουκιού, οι μαστόροι θα αυτονομηθούν και η τέχνη θα χαλάσει όπως οι ίδιοι λένε «Είχε σπάσει το παλιό δεν έβγαζαν λεφτά. Λιγόστεψαν και οι καλοί πελεκάνοι. Σαν να πούμε στέρεψε η πηγή». Τα τελευταία χρόνια ωστόσο αναπτύσσονται πρωτοβουλίες εκ μέρους της Περιφέρειας Ηπείρου αφενός για την ανάδειξη του ιδιαίτερου αυτού πολιτισμικού κεφαλαίου και αφετέρου για την διάσωση και συνέχιση της τέχνης μέσω της ίδρυσης ‘Σχολής Μαστόρων της Πέτρας’ αλλά και την δημιουργία του ‘Μουσείου Ηπειρωτών Μαστόρων» . Το Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων πρόκειται να φιλοξενηθεί στο πέτρινο κτίριο του παλαιού σχολείου της Πυρσόγιαννης που κτίστηκε το 1927 και ανακαινίστηκε πρόσφατα.

Θρησκεία
Κεντρικό ρόλο στην κοινωνική ζωή του χωριού επέχουν οι δυο εκκλησίες , εκείνη του Αγίου Νικολάου και εκείνη του Αγίου Γεωργίου. Και οι δυο κτίστηκαν στα θεμέλια παλαιότερων εκκλησιών, διατηρώντας αρκετά από τα στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Ο ναός του Αγίου Νικολάου είναι μια αντιπροσωπευτική εκκλησία του βορειοελλαδικού χώρου και ανήκει στον τύπο που ονομάζεται «μακεδονίτικος» . Πρόκειται για μια τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με γυναικωνίτη στο δυτικό τμήμα , κάτω από ενιαία δίρριχτη ξύλινη στέγη η οποία σκεπάζεται με πετρόπλακες. Μεταγενέστερα στην μεσημβρινή πλευρά της εκκλησίας προστέθηκε χαγιάτι. ( στοά) σε δυο σημεία της οποίας είναι χαραγμένη η χρονολογία 1811. Ο ναός κινδύνευσε να κατεδαφιστεί το 1955 οπότε και ο απόδημος Πυρσογιαννίτης Χρήστος Πάτσης θέλησε να κάνει μια προσφορά στην γενέτειρα του, προσφέροντας τα χρήματα για την ανοικοδόμηση ενός νέου ναού. Η προσφορά έγινε δεκτή από το Κοινοτικό Συμβούλιο , προσέκρουσε ωστόσο στην αντίδραση τόσο του Πυρσογιαννίτη Κώστα Φρόντζου , προέδρου της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών όσο και του καθηγητή Αναστασίου Ορλάνδου ο οποίος επισκέφθηκε τρεις φορές την Πυρσόγιαννη προκειμένου να συμβάλει στην διάσωση του ναού η οποία και επιτεύχθηκε το 1972. Δεν συνέβη ωστόσο το ίδιο και με τον παλιό ναό του Αγίου Γεωργίου ο οποίος χρονολογούταν σύμφωνα με μαρτυρίες των ντόπιων στα 1712 , και διέθετε εξαιρετικές αγιογραφίες και ψηλό τέμπλο με ξυλόγλυπτη πυκνή διακόσμηση. Η νέα εκκλησία του Αγίου Γεωργίου κτίστηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της Μητρόπολης των Αθηνών , με εθελοντική εργασία των μαστόρων του χωριού ενώ η βασική δαπάνη για την κατασκευή της καλύφθηκε από εισφορές των απανταχού Πυρσογιαννιτών.
Εκτός από τις δυο κεντρικές εκκλησίες η Πυρσόγιαννη περιβάλλεται από ένα πλήθος μικρότερων ναών. Από τα νοτιοδυτικά του χωριού προς βορρά είναι χτισμένα τα ξωκλήσια του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Νικολάου των Χαλκιάδων , των Αγίων Αποστόλων, της Παναγίας , του Αγίου Χριστόφορου, της Αναλήψεως , της Αγίας Τριάδος , του προφήτη Ηλία , του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Χαραλάμπους , του Αγίου Κωνσταντίνου και τέλος στη δυτική πλευρά του χωριού, το ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Μηνά, στο δρόμο των δακρύων όπως χαρακτηριστικά έλεγαν, σημείο ξεχωρισμού των μαστόρων.

Φύση
Οι κάτοικοι της Πυρσόγιαννης ασχολούνταν κατά βάση με την γεωργία ενώ την πρώτη εμπειρία γύρω από την κατεργασία και «μαστορική» της πέτρας την απέκτησαν κατασκευάζοντας ξερολιθιές για να συγκρατήσουν το λιγοστό χώμα στις πεζούλες των χωραφιών και χτίζοντας τα πρώτα σπίτια που προορίζονταν για την μόνιμη εγκατάσταση τους. Οι Πυρσογιαννίτες ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με την παραγωγή κρασιού και τσίπουρου. Ήταν φυσικά ευνοημένοι καθώς τα αμπέλια τους είχαν μεσημβρινό προσανατολισμό και ο ήλιος τα έλουζε όλη μέρα. Η καλλιέργεια αυτή εγκαταλείφθηκε μετά τον εμφύλιο αφού πρώτα είχαν προσβληθεί από την ασθένεια της φυλλοξήρας. Παράλληλα οι κάτοικοι είχαν αξιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την δύναμη από το νερό των χειμάρρων και του Σαραντάπορου. Έως τον πόλεμο του 40 η Πυρσόγιαννη είχε δέκα περίπου υδρόμυλους καθώς και δεκάδες αργαλειούς σε κάθε σπίτι. Οι μύλοι λειτουργούσαν το χειμώνα με το νερό από τους πλησιέστερους χείμαρρους και το καλοκαίρι που αυτοί στέρευαν δούλευαν οι μύλοι εκείνοι που ήταν κοντά στον Σαραντάπορο και το Βουρμπιανίτικο. Τα γεννήματα που άλεθαν οι μύλοι τα προμηθεύονταν οι κάτοικοι από τα καραβάνια που έρχονταν καθημερινά το καλοκαίρι από την Μακεδονία και την Θεσσαλία με αγωγιάτες από το Ντένιτσκο (Αετομηλίτσα).

Πυρσόγιαννη, 8.0 out of 8 based on 2 ratings

Gigapixel(s)

Virtual Tour

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Homeshare on facebookShare on TwitterShare on LinkedinShare on Google+